σιγοτραγουδώ

-άω, Ν
τραγουδώ χαμηλόφωνα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σιγοτραγουδώ — τραγουδώ χαμηλόφωνα: Σιγοτραγουδούσε έναν εύθυμο σκοπό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σιγοτραγούδημα — το, Ν [σιγοτραγουδώ] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού σιγοτραγουδώ, το σιγανό τραγούδι …   Dictionary of Greek

  • ζιζινίζω — ζουζουνίζω, βουίζω, σιγοτραγουδώ, υποτονθορύζω …   Dictionary of Greek

  • μινυρίζω — (Α μινυρίζω) 1. παραπονιέμαι με σιγανή φωνή, σιγοκλαίω, κλαψουρίζω («εμινύριζεν ακόμη η θρηνώδης φωνή τού βρέφους», Παπαδ.) 2. τραγουδώ με σιγανή φωνή, σιγοτραγουδώ («ὅδ αὖ μινυρίζων δεῡρό τις προσέρχεται», Αριστοφ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Η… …   Dictionary of Greek

  • μπισκαντάρω — (Μ) σιγοτραγουδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. biscantare] …   Dictionary of Greek

  • τερετίζω — ΝΜΑ (για χελιδόνι, αηδόνι ή τζιτζίκι) κελαηδώ με τερετισμό, τιτιβίζω νεοελλ. μουρμουρίζω ένα τραγούδι, σιγοτραγουδώ μσν. τραγουδώ αρχ. 1. μιμούμαι τον τερετισμό χελιδονιού ή τζιτζικιού 2. (κατά τον Φώτ.) συνοδεύω ένα τραγούδι φωνητικά 3. (κατά… …   Dictionary of Greek

  • υπαναμέλπω — Α σιγοτραγουδώ συνοδεύοντας κάποιον. [ΕΤΥΜΟΛ. < υπ(ο) * + ἀναμέλπω «τραγουδώ»] …   Dictionary of Greek

  • υποτονθορίζω — ὑποτονθορύζω ΝΑ, και υποτονθορύζω Ν μουρμουρίζω σιγά ή σιγοτραγουδώ. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπο * + τονθορίζω / τονθορύζω «μουρμουρίζω»] …   Dictionary of Greek

  • τερετίζω — τερέτισα 1. κελαηδώ. 2. μουρμουρίζω, σιγοτραγουδώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ψιλοτραγουδώ — και ψιλοτραγουδάω τραγουδώ με σιγανή φωνή, σιγοτραγουδώ …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.